αἱρετής

αἱρετ-ής, , ([etym.] αἱρέω)
A searcher of archives,

αἱ. ἡγεμονικῆς βιβλιοθήκης POxy.1654.7

(ii A. D.).
II ([etym.] αἱρέομαι) one who chooses,

ἀγαθῶν Vett.Val.55.17

.
2 Astrol., = αἱρετιστής 4, Sch.Ptol.Tetr.96.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιρετής — αἱρετὴς ( οῡ), ο (Α) 1. [αἱρῶ] ο ερευνητής αρχείων αυτός που επιζητεί κάτι «αἱρετὴς ἀγαθῶν» 2. [αἱροῡμαι] αυτός που διαλέγει …   Dictionary of Greek

  • αἱρετῆς — αἱρετός that may be taken fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρεταῖς — αἱρετής searcher of archives masc dat pl αἱρετός that may be taken fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρεταί — αἱρετής searcher of archives masc nom/voc pl αἱρετός that may be taken fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετοῦ — αἱρετής searcher of archives masc gen sg αἱρετός that may be taken masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετήν — αἱρετής searcher of archives masc acc sg (attic epic ionic) αἱρετός that may be taken fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετῶν — αἱρετής searcher of archives masc gen pl αἱρετός that may be taken fem gen pl αἱρετός that may be taken masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετά — αἱρετά̱ , αἱρετής searcher of archives masc nom/voc/acc dual αἱρετής searcher of archives masc voc sg αἱρετής searcher of archives masc nom sg (epic) αἱρετός that may be taken neut nom/voc/acc pl αἱρετά̱ , αἱρετός that may be taken fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετάν — αἱρετά̱ν , αἱρετής searcher of archives masc acc sg (epic doric aeolic) αἱρετής searcher of archives masc acc sg αἱρετά̱ν , αἱρετός that may be taken fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετάς — αἱρετά̱ς , αἱρετής searcher of archives masc acc pl αἱρετά̱ς , αἱρετής searcher of archives masc nom sg (epic doric aeolic) αἱρετά̱ς , αἱρετός that may be taken fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μονάρχια — Μορφή διακυβέρνησης που, κατά την αριστοτελική ταξινόμηση, παραβαλόταν ως «αρχή του ενός», με την αριστοκρατία (αρχή των καλύτερων) και τη δημοκρατία (αρχή του λαού). Στη νεώτερη, όμως, πολιτική θεωρία, η μ. πήρε αρκετά διαφορετική έννοια, η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.